επισκαλμίδα
•
- ναυπηγικός όροςσκαλμοδόχη Βικιλεξικό
- ναυπηγικός όροςκουπαστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισκαλμίδα < επι- + ελληνιστική κοινή σκαλμίδιον + -α < αρχαία ελληνική σκαλμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επισκαλμίδα | επισκαλμίδες |
| Γενική | επισκαλμίδας | επισκαλμίδων |
| Αιτιατική | επισκαλμίδα | επισκαλμίδες |
| Κλητική | επισκαλμίδα | επισκαλμίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →