Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισκευαστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που (κατ’ επάγγελμα) επισκευάζει κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισκευαστής < αρχαία ελληνική ἐπισκευαστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπισκευαστήςεπισκευαστές
Γενικήεπισκευαστήεπισκευαστών
Αιτιατικήεπισκευαστήεπισκευαστές
Κλητικήεπισκευαστήεπισκευαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →