επισκιάζω
•
- αφήνω κάτι ή κάποιον σε δεύτερη θέση, κερδίζω τις εντυπώσεις ή υπερτερώ τόσο, ώστε να φαίνεται κάτι άλλο ασήμαντο σε σχέση με μένα Βικιλεξικό
- [με παρωχημένο τύπο αορίστου επεσκίασα Mια νέα, τεράστια έκρηξη, στο κέντρο της Bαγδάτης, επεσκίασε τον σχηματισμό 25μελούς μεταβατικής κυβέρνησης. (εφημερίδα Καθημερινή, 3 Σεπτεμβρίου 2003)
Ετυμολογία
επισκιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπισκιάζω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική overshadow). Μορφολογικά αναλύεται σε επι- + σκιάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισκιάζω | επισκιάζεις | επισκιάζει | επισκιάζουμε | επισκιάζετε | επισκιάζουν / επισκιάζουνε |
| Παρατατικός | επισκίαζα | επισκίαζες | επισκίαζε | επισκιάζαμε | επισκιάζατε | επισκίαζαν / επισκιάζαν / επισκιάζανε |
| Αόριστος | επισκίασα | επισκίασες | επισκίασε | επισκιάσαμε | επισκιάσατε | επισκίασαν / επισκιάσαν / επισκιάσανε |
| Μέλλοντας | θα επισκιάζω / θα επισκιάσω | θα επισκιάζεις / θα επισκιάσεις | θα επισκιάζει / θα επισκιάσει | θα επισκιάζουμε / θα επισκιάσουμε | θα επισκιάζετε / θα επισκιάσετε | θα επισκιάζουν / θα επισκιάζουνε / θα επισκιάσουν / θα επισκιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επισκιάσει | έχεις επισκιάσει | έχει επισκιάσει | έχουμε επισκιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισκιάσει | είχες επισκιάσει | είχε επισκιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επισκιάσει / να επισκιάζω / να επισκιάσω | να έχεις επισκιάσει / να επισκιάζεις / να επισκιάσεις | να έχει επισκιάσει / να επισκιάζει / να επισκιάσει | να έχουμε επισκιάσει / να επισκιάζουμε / να επισκιάσουμε | να επισκιάζετε / να επισκιάσετε | να επισκιάζουν / να επισκιάζουνε / να επισκιάσουν / να επισκιάσουνε |
| Προστακτική | — | επισκίαζε / επισκίασε | — | — | επισκιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επισκιάστηκαεπισκιάζομαιεπισκιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →