επισκοτίζω
•
- λόγιοσυσκοτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισκοτίζω < ελληνιστική κοινή ἐπισκοτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισκοτίζω | επισκοτίζεις | επισκοτίζει | επισκοτίζουμε | επισκοτίζετε | επισκοτίζουν / επισκοτίζουνε |
| Παρατατικός | επισκότιζα | επισκότιζες | επισκότιζε | επισκοτίζαμε | επισκοτίζατε | επισκοτίζαν / επισκοτίζανε / επισκότιζαν |
| Αόριστος | επισκότισα | επισκότισες | επισκότισε | επισκοτίσαμε | επισκοτίσατε | επισκοτίσαν / επισκοτίσανε / επισκότισαν |
| Μέλλοντας | θα επισκοτίζω / θα επισκοτίσω | θα επισκοτίζεις / θα επισκοτίσεις | θα επισκοτίζει / θα επισκοτίσει | θα επισκοτίζουμε / θα επισκοτίσουμε | θα επισκοτίζετε / θα επισκοτίσετε | θα επισκοτίζουν / θα επισκοτίζουνε / θα επισκοτίσουν / θα επισκοτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επισκοτίσει | έχεις επισκοτίσει | έχει επισκοτίσει | έχουμε επισκοτίσει | έχετε επισκοτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισκοτίσει | είχες επισκοτίσει | είχε επισκοτίσει | είχαμε επισκοτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επισκοτίσει / να επισκοτίζω / να επισκοτίσω | να έχεις επισκοτίσει / να επισκοτίζεις / να επισκοτίσεις | να έχει επισκοτίσει / να επισκοτίζει / να επισκοτίσει | να έχουμε επισκοτίσει / να επισκοτίζουμε / να επισκοτίσουμε | να έχετε επισκοτίσει / να επισκοτίζετε / να επισκοτίσετε | να επισκοτίζουν / να επισκοτίζουνε / να επισκοτίσουν / να επισκοτίσουνε |
| Προστακτική | — | επισκότιζε / επισκότισε | — | — | επισκοτίζετε / επισκοτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →