επιστατώ
•
- επιβλέπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστατώ < αρχαία ελληνική ἐπιστατέω / ἐπιστατῶ < ἐπιστάτης
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιστατώ | επιστατείς | επιστατεί | επιστατούμε | επιστατείτε | επιστατούν / επιστατούνε |
| Παρατατικός | επιστατούσα | επιστατούσες | επιστατούσε | επιστατούσαμε | επιστατούσατε | επιστατούσαν / επιστατούσανε |
| Αόριστος | επιστάτησα | επιστάτησες | επιστάτησε | επιστατήσαμε | επιστατήσατε | επιστάτησαν / επιστατήσαν / επιστατήσανε |
| Μέλλοντας | θα επιστατήσω / θα επιστατώ | θα επιστατήσεις / θα επιστατείς | θα επιστατήσει / θα επιστατεί | θα επιστατήσουμε / θα επιστατούμε | θα επιστατήσετε / θα επιστατείτε | θα επιστατήσουν / θα επιστατήσουνε / θα επιστατούν / θα επιστατούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιστατήσει | έχεις επιστατήσει | έχει επιστατήσει | έχουμε επιστατήσει | έχετε επιστατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιστατήσει | είχες επιστατήσει | είχε επιστατήσει | είχαμε επιστατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιστατήσει / να επιστατήσω / να επιστατώ | να έχεις επιστατήσει / να επιστατήσεις / να επιστατείς | να έχει επιστατήσει / να επιστατήσει / να επιστατεί | να έχουμε επιστατήσει / να επιστατήσουμε / να επιστατούμε | να έχετε επιστατήσει / να επιστατήσετε / να επιστατείτε | να επιστατήσουν / να επιστατήσουνε / να επιστατούν / να επιστατούνε |
| Προστακτική | — | επιστάτει / επιστάτησε | — | — | επιστατήστε / επιστατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →