επιστημολογικός
•
- που έχει σχέση με την επιστημολογία ή τον επιστημολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστημολογικός < επιστημολογία / επιστημολόγος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστημολογικός | επιστημολογική | επιστημολογικό |
| Γενική | επιστημολογικού | επιστημολογικής | επιστημολογικού |
| Αιτιατική | επιστημολογικό | επιστημολογική | επιστημολογικό |
| Κλητική | επιστημολογικέ | επιστημολογική | επιστημολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστημολογικοί | επιστημολογικές | επιστημολογικά |
| Γενική | επιστημολογικών | επιστημολογικών | επιστημολογικών |
| Αιτιατική | επιστημολογικούς | επιστημολογικές | επιστημολογικά |
| Κλητική | επιστημολογικοί | επιστημολογικές | επιστημολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →