Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιστημολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επιστημολογία ή τον επιστημολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιστημολογικός < επιστημολογία / επιστημολόγος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστημολογικόςεπιστημολογικήεπιστημολογικό
Γενικήεπιστημολογικούεπιστημολογικήςεπιστημολογικού
Αιτιατικήεπιστημολογικόεπιστημολογικήεπιστημολογικό
Κλητικήεπιστημολογικέεπιστημολογικήεπιστημολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστημολογικοίεπιστημολογικέςεπιστημολογικά
Γενικήεπιστημολογικώνεπιστημολογικώνεπιστημολογικών
Αιτιατικήεπιστημολογικούςεπιστημολογικέςεπιστημολογικά
Κλητικήεπιστημολογικοίεπιστημολογικέςεπιστημολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →