επιστημονισμός
•
- φιλοσοφίαη άποψη ότι όλοι οι τομείς έρευνας πρέπει να προσεγγίζονται με τα δεδομένα και το κύρος των εμπειρικών, φυσικών επιστημών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστημονισμός < επιστήμον(ας) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική scientifisme ή από την αγγλική scientifism
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστημονισμός | επιστημονισμοί |
| Γενική | επιστημονισμού | επιστημονισμών |
| Αιτιατική | επιστημονισμό | επιστημονισμούς |
| Κλητική | επιστημονισμέ | επιστημονισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →