Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιστητός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να τον γνωρίσεις ή να τον ερευνήσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιστητός < αρχαία ελληνική ἐπιστητός < ἐπίσταμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστητόςεπιστητήεπιστητό
Γενικήεπιστητούεπιστητήςεπιστητού
Αιτιατικήεπιστητόεπιστητήεπιστητό
Κλητικήεπιστητέεπιστητήεπιστητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστητοίεπιστητέςεπιστητά
Γενικήεπιστητώνεπιστητώνεπιστητών
Αιτιατικήεπιστητούςεπιστητέςεπιστητά
Κλητικήεπιστητοίεπιστητέςεπιστητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →