επιστράτευση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιστρατεύω Βικιλεξικό
- (στρατιωτικός όρος): η πρόσκληση υπό τα όπλα, επαναφορά σε στρατιωτική υπηρεσία των εφέδρων λόγω στρατιωτικών αναγκών
- (πολιτική) η αναγκαστική επαναφορά στην εργασία λόγω εκτάκτων αναγκών
- (μεταφορικά) η κινητοποίηση προσώπου ή προσώπων, ή ευρύτερη καταβολή δυνάμεων ή γνώσεων για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό
Ετυμολογία
επιστράτευση < επί + στράτευση, αρχαία ελληνική ἐπιστράτευσις,
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστράτευση | επιστρατεύσεις |
| Γενική | επιστράτευσης | επιστρατεύσεων |
| Αιτιατική | επιστράτευση | επιστρατεύσεις |
| Κλητική | επιστράτευση | επιστρατεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →