επιστρεψιμότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα ενός πράγματος, ποσού ή δικαιώματος να μπορεί να επιστραφεί στον αρχικό του κάτοχο ή στην πρότερη κατάστασή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστρεψιμότητα < επιστρέψιμος + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική returnability)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστρεψιμότητα | επιστρεψιμότητες |
| Γενική | επιστρεψιμότητας | επιστρεψιμοτήτων |
| Αιτιατική | επιστρεψιμότητα | επιστρεψιμότητες |
| Κλητική | επιστρεψιμότητα | επιστρεψιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →