επιστρώνω
•
- καλύπτω με μια στρώση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστρώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιστρώνω | επιστρώνεις | επιστρώνει | επιστρώνουμε | επιστρώνετε | επιστρώνουν / επιστρώνουνε |
| Παρατατικός | επίστρωνα | επίστρωνες | επίστρωνε | επιστρώναμε | επιστρώνατε | επίστρωναν / επιστρώναν / επιστρώνανε |
| Αόριστος | επίστρωσα | επίστρωσες | επίστρωσε | επιστρώσαμε | επιστρώσατε | επίστρωσαν / επιστρώσαν / επιστρώσανε |
| Μέλλοντας | θα επιστρώνω / θα επιστρώσω | θα επιστρώνεις / θα επιστρώσεις | θα επιστρώνει / θα επιστρώσει | θα επιστρώνουμε / θα επιστρώσουμε | θα επιστρώνετε / θα επιστρώσετε | θα επιστρώνουν / θα επιστρώνουνε / θα επιστρώσουν / θα επιστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιστρώσει | έχεις επιστρώσει | έχει επιστρώσει | έχουμε επιστρώσει | έχετε επιστρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιστρώσει | είχες επιστρώσει | είχε επιστρώσει | είχαμε επιστρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιστρώσει / να επιστρώνω / να επιστρώσω | να έχεις επιστρώσει / να επιστρώνεις / να επιστρώσεις | να έχει επιστρώσει / να επιστρώνει / να επιστρώσει | να έχουμε επιστρώσει / να επιστρώνουμε / να επιστρώσουμε | να έχετε επιστρώσει / να επιστρώνετε / να επιστρώσετε | να επιστρώνουν / να επιστρώνουνε / να επιστρώσουν / να επιστρώσουνε |
| Προστακτική | — | επίστρωνε / επίστρωσε | — | — | επιστρώνετε / επιστρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →