επισυναλλαγματική
•
- νομικός όροςνέα συναλλαγματική, στη θέση άλλης, κατά της οποίας υπήρξε διαμαρτυρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισυναλλαγματική < επι- + συναλλαγματική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επισυναλλαγματική | επισυναλλαγματικές |
| Γενική | επισυναλλαγματικής | επισυναλλαγματικών |
| Αιτιατική | επισυναλλαγματική | επισυναλλαγματικές |
| Κλητική | επισυναλλαγματική | επισυναλλαγματικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →