επισύνδεση
•
- νεολογισμόςπαράλληλη σύνδεση κάποιου σε επικοινωνιακό δίκτυο με τέτοιο τρόπο, ώστε να παρακολουθεί και να λαμβάνει όσα στοιχεία της επικοινωνίας αυτής επιθυμεί, χωρίς ο ίδιος να γίνεται φανερός ή αντιληπτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισύνδεση < επι- + σύνδεση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική intrusion)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επισύνδεση | επισυνδέσεις |
| Γενική | επισύνδεσης | επισυνδέσεων |
| Αιτιατική | επισύνδεση | επισυνδέσεις |
| Κλητική | επισύνδεση | επισυνδέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →