επιτάσσω
•
- λόγιοδιατάσσω, διατάζω Βικιλεξικό
- λόγιοπροβαίνω σε επίταξη Βικιλεξικό
- Το σπίτι αυτό το είχαν επιτάξει οι γερμανοί στην Κατοχή. (Γιώργος Ιωάννου, Τα λεμόνια ήταν ακριβά)
Ετυμολογία
επιτάσσω < αρχαία ελληνική ἐπιτάσσω < ἐπί + τάσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιτάσσω | επιτάσσεις | επιτάσσει | επιτάσσουμε | επιτάσσετε | επιτάσσουν / επιτάσσουνε |
| Παρατατικός | επίτασσα | επίτασσες | επίτασσε | επιτάσσαμε | επιτάσσατε | επίτασσαν / επιτάσσαν / επιτάσσανε |
| Αόριστος | επίταξα | επίταξες | επίταξε | επιτάξαμε | επιτάξατε | επίταξαν / επιτάξαν / επιτάξανε |
| Μέλλοντας | θα επιτάξω / θα επιτάσσω | θα επιτάξεις / θα επιτάσσεις | θα επιτάξει / θα επιτάσσει | θα επιτάξουμε / θα επιτάσσουμε | θα επιτάξετε / θα επιτάσσετε | θα επιτάξουν / θα επιτάξουνε / θα επιτάσσουν / θα επιτάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιτάξει | έχεις επιτάξει | έχει επιτάξει | έχουμε επιτάξει | έχετε επιτάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιτάξει | είχες επιτάξει | είχε επιτάξει | είχαμε επιτάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιτάξει / να επιτάξω / να επιτάσσω | να έχεις επιτάξει / να επιτάξεις / να επιτάσσεις | να έχει επιτάξει / να επιτάξει / να επιτάσσει | να έχουμε επιτάξει / να επιτάξουμε / να επιτάσσουμε | να έχετε επιτάξει / να επιτάξετε / να επιτάσσετε | να επιτάξουν / να επιτάξουνε / να επιτάσσουν / να επιτάσσουνε |
| Προστακτική | — | επίταξε / επίτασσε | — | — | επιτάξτε / επιτάσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →