Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιτίθεμαι

/e.piˈti.θe.me/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάεπιχειρώ, συνήθως με ορμητικό και βίαιο τρόπο, να εξουδετερώσω κάτι ή κάποιον, να του επιβάλλω τη θέλησή μου ή να του προκαλέσω ζημιά, π.χ. σωματική βλάβη, για πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Ένας τρελός τού επιτέθηκε με τσεκούρι στο δάσος.
  2. μεταφορικάεκτοξεύω αυστηρές κριτικές εναντίον κάποιου, τον κατηγορώ, τον υποτιμώ Βικιλεξικό
    • Η καλή συνεργασία προϋποθέτει ότι δεν επιτιθόμαστε προσωπικά στους συναδέλφους μας
  3. σπάνιοπαθητική φωνή του ρήματος επιθέτω· με βάζουν πάνω σε κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιτίθεμαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιτίθεμαι < αρχαία ελληνική ἐπιτίθεμαι, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attaquer, αγγλική attack.

Άλλοι τύποι

επετέθηνεπιτέθηκαεπιτεθείεπιτιθέμενοςεπιτιθόμουν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →