επιτίθεμαι
•
- κυριολεκτικάεπιχειρώ, συνήθως με ορμητικό και βίαιο τρόπο, να εξουδετερώσω κάτι ή κάποιον, να του επιβάλλω τη θέλησή μου ή να του προκαλέσω ζημιά, π.χ. σωματική βλάβη, για πρόσωπο Βικιλεξικό
- Ένας τρελός τού επιτέθηκε με τσεκούρι στο δάσος.
- μεταφορικάεκτοξεύω αυστηρές κριτικές εναντίον κάποιου, τον κατηγορώ, τον υποτιμώ Βικιλεξικό
- Η καλή συνεργασία προϋποθέτει ότι δεν επιτιθόμαστε προσωπικά στους συναδέλφους μας
- σπάνιοπαθητική φωνή του ρήματος επιθέτω· με βάζουν πάνω σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτίθεμαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιτίθεμαι < αρχαία ελληνική ἐπιτίθεμαι, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attaquer, αγγλική attack.
Άλλοι τύποι
επετέθηνεπιτέθηκαεπιτεθείεπιτιθέμενοςεπιτιθόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →