Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιτακτικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του να είναι κανείς επιτακτικός, αυστηρός Βικιλεξικό
    • Άκουσα επιτακτικότητα στη φωνή, κι έτσι έβαλα ένα πουκάμισο και κατέβηκα στη ρεσεψιόν (Ανεξαρτησία: Independence, Χρίστος Παπαδημητρίου, Πατάκης, 2016 https://books.google.gr/books?id=89kcDAAAQBAJ&lpg=PT331&dq=%22%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%22&pg=PT331#v=onepage&q=%22%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%22&f=false

Ετυμολογία

επιτακτικότητα < επιτακτικός < επιτάσσω < αρχαία ελληνική ἐπιτάσσω < ἐπί + τάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιτακτικότηταεπιτακτικότητες
Γενικήεπιτακτικότηταςεπιτακτικοτήτων
Αιτιατικήεπιτακτικότηταεπιτακτικότητες
Κλητικήεπιτακτικότηταεπιτακτικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →