επιταχυντές
•
- επιταχυντής, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- επιταχυντής, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- επιταχυντής, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →