Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιταχυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. Αυτός που αυξάνει την ταχύτητα, που δημιουργεί επιτάχυνση. Βικιλεξικό
  2. φυσικήγια φυσική δύναμη που μόνο ως επιταχυντική αποκτά υπόσταση (πχ. βαρύτητα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιταχυντικός < επιταχύνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιταχυντικόςεπιταχυντικήεπιταχυντικό
Γενικήεπιταχυντικούεπιταχυντικήςεπιταχυντικού
Αιτιατικήεπιταχυντικόεπιταχυντικήεπιταχυντικό
Κλητικήεπιταχυντικέεπιταχυντικήεπιταχυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιταχυντικοίεπιταχυντικέςεπιταχυντικά
Γενικήεπιταχυντικώνεπιταχυντικώνεπιταχυντικών
Αιτιατικήεπιταχυντικούςεπιταχυντικέςεπιταχυντικά
Κλητικήεπιταχυντικοίεπιταχυντικέςεπιταχυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →