επιτελείο
•
- 1. η ομάδα αξιωματικών, βοηθών του αρχηγού μεγάλης στρατιωτικής μονάδας Βικιλεξικό
- 2. (μτφ.) οι κύριοι συνεργάτες επιχείρησης, οργανισμού κ.α. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτελείο < επί + τέλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτελείο | επιτελεία |
| Γενική | επιτελείου | επιτελείων |
| Αιτιατική | επιτελείο | επιτελεία |
| Κλητική | επιτελείο | επιτελεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →