επιτετραμμένος
•
- ο επιφορτισμένος, ο υπεύθυνος, που του έχει ανατεθεί μια συγκεκριμένη ευθύνη, που εκπροσωπεί (που του επιτρέπονται πολλές πρωτοβουλίες) Βικιλεξικό
- διπλωματίαεπιτετραμμένος είναι εκείνος που εκπροσωπεί σε μια ξένη χώρα τη δική του και αναπληρώνει τον πρεσβευτή ή που θεωρείται πρεσβευτής ως επικεφαλής μικρής διπλωματικής αποστολής σε χώρα όπου η δική του δεν εκπροσωπείται σε επίπεδο πρεσβείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτετραμμένος < ἐπιτετραμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου (ἐπιτέτραμμαι) του ρήματος ἐπιτρέπω < για να αποδοθεί στα ελληνικά ο διπλωματικός βαθμός chargé d’affaires
Άλλοι τύποι
επιτετραμμέναεπιτετραμμένεεπιτετραμμένεςεπιτετραμμένηεπιτετραμμένηςεπιτετραμμένοεπιτετραμμένοιεπιτετραμμένοςεπιτετραμμένουεπιτετραμμένουςεπιτετραμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →