επιτηδευματίας
•
- ο ελεύθερος επαγγελματίας που πωλεί αγαθά (χονδρικώς ή λιανικώς) ή παρέχει υπηρεσίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτηδευματίας < επιτήδευμα, επιτηδευματ- + -ίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτηδευματίας | επιτηδευματίες |
| Γενική | επιτηδευματία | επιτηδευματιών |
| Αιτιατική | επιτηδευματία | επιτηδευματίες |
| Κλητική | επιτηδευματία | επιτηδευματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →