επιτοίχιος
•
- που αφορά αντικείμενο, συσκευή ή διακοσμητικό στοιχείο που στερεώνεται ή είναι ενσωματωμένο σε τοίχο, ώστε να λειτουργεί ή να φαίνεται ως μέρος της τοιχοποιίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτοίχιος < επι- + τοίχος + -ιος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική wall-mounted)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτοίχιος | επιτοίχια | επιτοίχιο |
| Γενική | επιτοίχιου | επιτοίχιας | επιτοίχιου |
| Αιτιατική | επιτοίχιο | επιτοίχια | επιτοίχιο |
| Κλητική | επιτοίχιε | επιτοίχια | επιτοίχιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτοίχιοι | επιτοίχιες | επιτοίχια |
| Γενική | επιτοίχιων | επιτοίχιων | επιτοίχιων |
| Αιτιατική | επιτοίχιους | επιτοίχιες | επιτοίχια |
| Κλητική | επιτοίχιοι | επιτοίχιες | επιτοίχια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →