επιτομή
•
- σύνοψη ενός κειμένου Βικιλεξικό
- συγκέντρωση κειμένων σε έναν τόμο Βικιλεξικό
- που συγκεντρώνει τα καλύτερα χαρακτηριστικά ενός προσώπου ή αντικειμένου, το τυπικό ή τέλειο παράδειγμα Βικιλεξικό
- επιτομή της πρακτικότητας / τσιγκουνιάς / κακίας / κομψότητας
- Η ιστορία των σκουπιδιών είναι η επιτομή του ελληνικού παραλογισμού (* εφημερίδα Καθημερινή, 10.12.2009])
Ετυμολογία
επιτομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιτομή < ἐπιτέμνω < ἐπί + τέμνω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + -τομή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτομή | επιτομές |
| Γενική | επιτομής | επιτομών |
| Αιτιατική | επιτομή | επιτομές |
| Κλητική | επιτομή | επιτομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →