επιτονισμός
•
- γλωσσολογίαοι διακυμάνσεις της φωνής στον προφορικό λόγο που υποδηλώνουν επιπλέον πληροφορίες (συνήθως συναισθήματα) Βικιλεξικό
- υπερτμηματικά, υπερτεμαχιακά, ή προσωδιακά στοιχεία
- θαυμαστικό, ερωτηματικό, αποσιωπητικά
Ετυμολογία
επιτονισμός < επι- + τονισμός, απόδοση για τη γαλλική intonation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτονισμός | επιτονισμοί |
| Γενική | επιτονισμού | επιτονισμών |
| Αιτιατική | επιτονισμό | επιτονισμούς |
| Κλητική | επιτονισμέ | επιτονισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →