επιτρέπεται
•
- δίνεται η άδεια ή η δυνατότητα, δεν απαγορεύεται Βικιλεξικό
- με ερωτηματικό χρησιμοποιείται για να ζητήσει την άδεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτρέπεται < τρίτο πρόσωπο παθητικής φωνής του επιτρέπω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →