Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιτρέπεται

ρήμα
•
  1. δίνεται η άδεια ή η δυνατότητα, δεν απαγορεύεται Βικιλεξικό
  2. με ερωτηματικό χρησιμοποιείται για να ζητήσει την άδεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιτρέπεται < τρίτο πρόσωπο παθητικής φωνής του επιτρέπω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →