Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιτυχής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πετύχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιτυχής < αρχαία ελληνική ἐπιτυχής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιτυχήςεπιτυχήςεπιτυχές
Γενικήεπιτυχούςεπιτυχούςεπιτυχούς
Αιτιατικήεπιτυχήεπιτυχήεπιτυχές
Κλητικήεπιτυχή / επιτυχήςεπιτυχήςεπιτυχές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιτυχείςεπιτυχείςεπιτυχή
Γενικήεπιτυχώνεπιτυχώνεπιτυχών
Αιτιατικήεπιτυχείςεπιτυχείςεπιτυχή
Κλητικήεπιτυχείςεπιτυχείςεπιτυχή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →