επιτόπιος
•
- που γίνεται, συμβαίνει ή αναφέρεται στον ίδιο τόπο, επιτόπου Βικιλεξικό
- Η τελευταία χρησιμοποιεί τον παραπλήσιο όρο «politics of place» προκειμένου να αποδώσει τις πολιτικές ηγεμονίας των ανθρωπολόγων, ως δυτικοθρεμμένων επιστημόνων σε σχέση με το χώρο της επιτόπιας έρευνάς τους. (Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, Περιπέτειες της ετερότητας: η παραγωγή της πολιτισμικής διαφοράς στη σημερινή Ελλάδα, 2006, sel. 210)
- λόγιοτοπικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτόπιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιτόπιος < ἐπί + αρχαία ελληνική τόπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτόπιος | επιτόπια | επιτόπιο |
| Γενική | επιτόπιου | επιτόπιας | επιτόπιου |
| Αιτιατική | επιτόπιο | επιτόπια | επιτόπιο |
| Κλητική | επιτόπιε | επιτόπια | επιτόπιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτόπιοι | επιτόπιες | επιτόπια |
| Γενική | επιτόπιων | επιτόπιων | επιτόπιων |
| Αιτιατική | επιτόπιους | επιτόπιες | επιτόπια |
| Κλητική | επιτόπιοι | επιτόπιες | επιτόπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →