Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιφέρω

/e.piˈfe.ɾo/ρήμα
•
  1. προκαλώ Βικιλεξικό
    • επιφέρω αλλαγές, τροποποιήσεις
    • επιφέρονται απανωτά πλήγματα
    • Με τις δυσκολίες που επέφερε η Κατοχή στις συναλλαγές δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε στο χωριό. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
    • Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, εφημερίδα Καθημερινή, 22/08/2023)

Ετυμολογία

επιφέρω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιφέρω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + φέρω.

Άλλοι τύποι

επέφεραεπιφέρομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →