επιφαίνομαι
•
- αρχαιοπρεπέςφαίνομαι, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιφαίνομαι < αρχαία ελληνική ἐπιφαίνομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἐπιφαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιφαίνομαι | επιφαίνεσαι | επιφαίνεται | επιφαινόμαστε | επιφαίνεστε | επιφαίνονται |
| Παρατατικός | επιφαινόμουν / επιφαινόμουνα | επιφαινόσουν / επιφαινόσουνα | επιφαινόταν / επιφαινότανε | επιφαινόμασταν / επιφαινόμαστε | επιφαινόσασταν / επιφαινόσαστε | επιφαίνονταν / επιφαινόντουσαν |
| Αόριστος | επιφάνηκα | επιφάνηκες | επιφάνηκε | επιφανήκαμε | επιφανήκατε | επιφάνηκαν / επιφανήκαν / επιφανήκανε |
| Μέλλοντας | θα επιφαίνομαι / θα επιφανώ | θα επιφαίνεσαι / θα επιφανείς | θα επιφαίνεται / θα επιφανεί | θα επιφαινόμαστε / θα επιφανούμε | θα επιφαίνεστε / θα επιφανείτε | θα επιφαίνονται / θα επιφανούν / θα επιφανούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιφανεί | έχεις επιφανεί | έχει επιφανεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιφανεί | είχες επιφανεί | είχε επιφανεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιφανεί / να επιφαίνομαι / να επιφανώ | να έχεις επιφανεί / να επιφαίνεσαι / να επιφανείς | να έχει επιφανεί / να επιφαίνεται / να επιφανεί | να επιφαινόμαστε / να επιφανούμε | να επιφαίνεστε / να επιφανείτε | να επιφαίνονται / να επιφανούν / να επιφανούνε |
| Προστακτική | — | επιφάνου / επιφαίνου | — | — | επιφαίνεστε / επιφανείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →