επιφανειακότητα
•
- κυριολεκτικάιδιότητα αυτού που βρίσκεται ή περιορίζεται στην επιφάνεια χωρίς διείσδυση στο εσωτερικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάέλλειψη ουσίας, εμβάθυνσης ή κριτικής προσέγγισης σε σκέψη, μελέτη, γνώση ή κρίση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσποίηση ευγένειας, ενδιαφέροντος ή συναισθήματος χωρίς ειλικρίνεια ή γνησιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιφανειακότητα < επιφανειακός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιφανειακότητα | επιφανειακότητες |
| Γενική | επιφανειακότητας | επιφανειακοτήτων |
| Αιτιατική | επιφανειακότητα | επιφανειακότητες |
| Κλητική | επιφανειακότητα | επιφανειακότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →