επιφορτίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος επιφορτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιφορτίζομαι | επιφορτίζεσαι | επιφορτίζεται | επιφορτιζόμαστε | επιφορτίζεστε | επιφορτίζονται |
| Παρατατικός | επιφορτιζόμουν / επιφορτιζόμουνα | επιφορτιζόσουν / επιφορτιζόσουνα | επιφορτιζόταν / επιφορτιζότανε | επιφορτιζόμασταν / επιφορτιζόμαστε | επιφορτιζόσασταν / επιφορτιζόσαστε | επιφορτίζονταν / επιφορτιζόντουσαν |
| Αόριστος | επιφορτίστηκα | επιφορτίστηκες | επιφορτίστηκε | επιφορτιστήκαμε | επιφορτιστήκατε | επιφορτίστηκαν / επιφορτιστήκαν / επιφορτιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα επιφορτίζομαι / θα επιφορτιστώ | θα επιφορτίζεσαι / θα επιφορτιστείς | θα επιφορτίζεται / θα επιφορτιστεί | θα επιφορτιζόμαστε / θα επιφορτιστούμε | θα επιφορτίζεστε / θα επιφορτιστείτε | θα επιφορτίζονται / θα επιφορτιστούν / θα επιφορτιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιφορτιστεί | έχεις επιφορτιστεί | έχει επιφορτιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιφορτιστεί | είχες επιφορτιστεί | είχε επιφορτιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιφορτιστεί / να επιφορτίζομαι / να επιφορτιστώ | να έχεις επιφορτιστεί / να επιφορτίζεσαι / να επιφορτιστείς | να έχει επιφορτιστεί / να επιφορτίζεται / να επιφορτιστεί | να επιφορτιζόμαστε / να επιφορτιστούμε | να επιφορτίζεστε / να επιφορτιστείτε | να επιφορτίζονται / να επιφορτιστούν / να επιφορτιστούνε |
| Προστακτική | — | επιφορτίζου / επιφορτίσου | — | — | επιφορτίζεστε / επιφορτιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →