επιφορτίζω
•
- αναθέτω, συνήθως την ευθύνη για τη διεκπεραίωση κάποιας εργασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιφορτίζω < αρχαία ελληνική ἐπιφορτίζω (παραφορτώνω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική charger)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιφορτίζω | επιφορτίζεις | επιφορτίζει | επιφορτίζουμε | επιφορτίζετε | επιφορτίζουν / επιφορτίζουνε |
| Παρατατικός | επιφόρτιζα | επιφόρτιζες | επιφόρτιζε | επιφορτίζαμε | επιφορτίζατε | επιφορτίζαν / επιφορτίζανε / επιφόρτιζαν |
| Αόριστος | επιφόρτισα | επιφόρτισες | επιφόρτισε | επιφορτίσαμε | επιφορτίσατε | επιφορτίσαν / επιφορτίσανε / επιφόρτισαν |
| Μέλλοντας | θα επιφορτίζω / θα επιφορτίσω | θα επιφορτίζεις / θα επιφορτίσεις | θα επιφορτίζει / θα επιφορτίσει | θα επιφορτίζουμε / θα επιφορτίσουμε | θα επιφορτίζετε / θα επιφορτίσετε | θα επιφορτίζουν / θα επιφορτίζουνε / θα επιφορτίσουν / θα επιφορτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιφορτίσει | έχεις επιφορτίσει | έχει επιφορτίσει | έχουμε επιφορτίσει | έχετε επιφορτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιφορτίσει | είχες επιφορτίσει | είχε επιφορτίσει | είχαμε επιφορτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιφορτίσει / να επιφορτίζω / να επιφορτίσω | να έχεις επιφορτίσει / να επιφορτίζεις / να επιφορτίσεις | να έχει επιφορτίσει / να επιφορτίζει / να επιφορτίσει | να έχουμε επιφορτίσει / να επιφορτίζουμε / να επιφορτίσουμε | να έχετε επιφορτίσει / να επιφορτίζετε / να επιφορτίσετε | να επιφορτίζουν / να επιφορτίζουνε / να επιφορτίσουν / να επιφορτίσουνε |
| Προστακτική | — | επιφόρτιζε / επιφόρτισε | — | — | επιφορτίζετε / επιφορτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →