Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιφορτίζω

ρήμα
•
  1. αναθέτω, συνήθως την ευθύνη για τη διεκπεραίωση κάποιας εργασίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιφορτίζω < αρχαία ελληνική ἐπιφορτίζω (παραφορτώνω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική charger)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιφορτίζωεπιφορτίζειςεπιφορτίζειεπιφορτίζουμεεπιφορτίζετεεπιφορτίζουν / επιφορτίζουνε
Παρατατικόςεπιφόρτιζαεπιφόρτιζεςεπιφόρτιζεεπιφορτίζαμεεπιφορτίζατεεπιφορτίζαν / επιφορτίζανε / επιφόρτιζαν
Αόριστοςεπιφόρτισαεπιφόρτισεςεπιφόρτισεεπιφορτίσαμεεπιφορτίσατεεπιφορτίσαν / επιφορτίσανε / επιφόρτισαν
Μέλλονταςθα επιφορτίζω / θα επιφορτίσωθα επιφορτίζεις / θα επιφορτίσειςθα επιφορτίζει / θα επιφορτίσειθα επιφορτίζουμε / θα επιφορτίσουμεθα επιφορτίζετε / θα επιφορτίσετεθα επιφορτίζουν / θα επιφορτίζουνε / θα επιφορτίσουν / θα επιφορτίσουνε
Παρακείμενοςέχω επιφορτίσειέχεις επιφορτίσειέχει επιφορτίσειέχουμε επιφορτίσειέχετε επιφορτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επιφορτίσειείχες επιφορτίσειείχε επιφορτίσειείχαμε επιφορτίσει——
Υποτακτικήνα έχω επιφορτίσει / να επιφορτίζω / να επιφορτίσωνα έχεις επιφορτίσει / να επιφορτίζεις / να επιφορτίσειςνα έχει επιφορτίσει / να επιφορτίζει / να επιφορτίσεινα έχουμε επιφορτίσει / να επιφορτίζουμε / να επιφορτίσουμενα έχετε επιφορτίσει / να επιφορτίζετε / να επιφορτίσετενα επιφορτίζουν / να επιφορτίζουνε / να επιφορτίσουν / να επιφορτίσουνε
Προστακτική—επιφόρτιζε / επιφόρτισε——επιφορτίζετε / επιφορτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →