επιφυλάσσω
•
- προετοιμάζω, προορίζω κάτι Βικιλεξικό
- Δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει η ζωή, η μοίρα μου.
- επιφυλάσσομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιφυλάσσω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιφυλάσσω | επιφυλάσσεις | επιφυλάσσει | επιφυλάσσουμε | επιφυλάσσετε | επιφυλάσσουν / επιφυλάσσουνε |
| Παρατατικός | επιφύλασσα | επιφύλασσες | επιφύλασσε | επιφυλάσσαμε | επιφυλάσσατε | επιφυλάσσαν / επιφυλάσσανε / επιφύλασσαν |
| Αόριστος | επιφύλαξα | επιφύλαξες | επιφύλαξε | επιφυλάξαμε | επιφυλάξατε | επιφυλάξαν / επιφυλάξανε / επιφύλαξαν |
| Μέλλοντας | θα επιφυλάξω / θα επιφυλάσσω | θα επιφυλάξεις / θα επιφυλάσσεις | θα επιφυλάξει / θα επιφυλάσσει | θα επιφυλάξουμε / θα επιφυλάσσουμε | θα επιφυλάξετε / θα επιφυλάσσετε | θα επιφυλάξουν / θα επιφυλάξουνε / θα επιφυλάσσουν / θα επιφυλάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιφυλάξει | έχεις επιφυλάξει | έχει επιφυλάξει | έχουμε επιφυλάξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιφυλάξει | είχες επιφυλάξει | είχε επιφυλάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιφυλάξει / να επιφυλάξω / να επιφυλάσσω | να έχεις επιφυλάξει / να επιφυλάξεις / να επιφυλάσσεις | να έχει επιφυλάξει / να επιφυλάξει / να επιφυλάσσει | να έχουμε επιφυλάξει / να επιφυλάξουμε / να επιφυλάσσουμε | να επιφυλάξετε / να επιφυλάσσετε | να επιφυλάξουν / να επιφυλάξουνε / να επιφυλάσσουν / να επιφυλάσσουνε |
| Προστακτική | — | επιφύλαξε / επιφύλασσε | — | — | επιφυλάξτε / επιφυλάσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επιφυλάχθηκαεπιφυλάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →