επιχαλκώνω
•
- επιμεταλλώνω με χαλκό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιχαλκώνω < επι- + χαλκός + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιχαλκώνω | επιχαλκώνεις | επιχαλκώνει | επιχαλκώνουμε | επιχαλκώνετε | επιχαλκώνουν / επιχαλκώνουνε |
| Παρατατικός | επιχάλκωνα | επιχάλκωνες | επιχάλκωνε | επιχαλκώναμε | επιχαλκώνατε | επιχάλκωναν / επιχαλκώναν / επιχαλκώνανε |
| Αόριστος | επιχάλκωσα | επιχάλκωσες | επιχάλκωσε | επιχαλκώσαμε | επιχαλκώσατε | επιχάλκωσαν / επιχαλκώσαν / επιχαλκώσανε |
| Μέλλοντας | θα επιχαλκώνω / θα επιχαλκώσω | θα επιχαλκώνεις / θα επιχαλκώσεις | θα επιχαλκώνει / θα επιχαλκώσει | θα επιχαλκώνουμε / θα επιχαλκώσουμε | θα επιχαλκώνετε / θα επιχαλκώσετε | θα επιχαλκώνουν / θα επιχαλκώνουνε / θα επιχαλκώσουν / θα επιχαλκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιχαλκώσει | έχεις επιχαλκώσει | έχει επιχαλκώσει | έχουμε επιχαλκώσει | έχετε επιχαλκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιχαλκώσει | είχες επιχαλκώσει | είχε επιχαλκώσει | είχαμε επιχαλκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιχαλκώσει / να επιχαλκώνω / να επιχαλκώσω | να έχεις επιχαλκώσει / να επιχαλκώνεις / να επιχαλκώσεις | να έχει επιχαλκώσει / να επιχαλκώνει / να επιχαλκώσει | να έχουμε επιχαλκώσει / να επιχαλκώνουμε / να επιχαλκώσουμε | να έχετε επιχαλκώσει / να επιχαλκώνετε / να επιχαλκώσετε | να επιχαλκώνουν / να επιχαλκώνουνε / να επιχαλκώσουν / να επιχαλκώσουνε |
| Προστακτική | — | επιχάλκωνε / επιχάλκωσε | — | — | επιχαλκώνετε / επιχαλκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →