επιχείλιος
•
- λόγιοπου έχει σχέση με το χείλος ή βρίσκεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιχείλιος < επι- + χείλος + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιχείλιος | επιχείλια | επιχείλιο |
| Γενική | επιχείλιου | επιχείλιας | επιχείλιου |
| Αιτιατική | επιχείλιο | επιχείλια | επιχείλιο |
| Κλητική | επιχείλιε | επιχείλια | επιχείλιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιχείλιοι | επιχείλιες | επιχείλια |
| Γενική | επιχείλιων | επιχείλιων | επιχείλιων |
| Αιτιατική | επιχείλιους | επιχείλιες | επιχείλια |
| Κλητική | επιχείλιοι | επιχείλιες | επιχείλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →