επιχειρηματικός
•
- σχετικός με τον επιχειρηματία ή χαρακτηριστικός αυτού Βικιλεξικό
- Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, 1995, σελ. 15)
Ετυμολογία
επιχειρηματικός < επιχειρηματίας + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιχειρηματικός | επιχειρηματική | επιχειρηματικό |
| Γενική | επιχειρηματικού | επιχειρηματικής | επιχειρηματικού |
| Αιτιατική | επιχειρηματικό | επιχειρηματική | επιχειρηματικό |
| Κλητική | επιχειρηματικέ | επιχειρηματική | επιχειρηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιχειρηματικοί | επιχειρηματικές | επιχειρηματικά |
| Γενική | επιχειρηματικών | επιχειρηματικών | επιχειρηματικών |
| Αιτιατική | επιχειρηματικούς | επιχειρηματικές | επιχειρηματικά |
| Κλητική | επιχειρηματικοί | επιχειρηματικές | επιχειρηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →