Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιχειρηματολογώ

ρήμα
•
  1. διατυπώνω επιχειρήματα υπέρ ή κατά μιας άποψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιχειρηματολογώ < επιχείρημα + -ο- + -λογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιχειρηματολογώεπιχειρηματολογείςεπιχειρηματολογείεπιχειρηματολογούμεεπιχειρηματολογείτεεπιχειρηματολογούν / επιχειρηματολογούνε
Παρατατικόςεπιχειρηματολογούσαεπιχειρηματολογούσεςεπιχειρηματολογούσεεπιχειρηματολογούσαμεεπιχειρηματολογούσατεεπιχειρηματολογούσαν / επιχειρηματολογούσανε
Αόριστοςεπιχειρηματολόγησαεπιχειρηματολόγησεςεπιχειρηματολόγησεεπιχειρηματολογήσαμεεπιχειρηματολογήσατεεπιχειρηματολογήσαν / επιχειρηματολογήσανε / επιχειρηματολόγησαν
Μέλλονταςθα επιχειρηματολογήσω / θα επιχειρηματολογώθα επιχειρηματολογήσεις / θα επιχειρηματολογείςθα επιχειρηματολογήσει / θα επιχειρηματολογείθα επιχειρηματολογήσουμε / θα επιχειρηματολογούμεθα επιχειρηματολογήσετε / θα επιχειρηματολογείτεθα επιχειρηματολογήσουν / θα επιχειρηματολογήσουνε / θα επιχειρηματολογούν / θα επιχειρηματολογούνε
Παρακείμενοςέχω επιχειρηματολογήσειέχεις επιχειρηματολογήσειέχει επιχειρηματολογήσειέχουμε επιχειρηματολογήσειέχετε επιχειρηματολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επιχειρηματολογήσειείχες επιχειρηματολογήσειείχε επιχειρηματολογήσειείχαμε επιχειρηματολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω επιχειρηματολογήσει / να επιχειρηματολογήσω / να επιχειρηματολογώνα έχεις επιχειρηματολογήσει / να επιχειρηματολογήσεις / να επιχειρηματολογείςνα έχει επιχειρηματολογήσει / να επιχειρηματολογήσει / να επιχειρηματολογείνα έχουμε επιχειρηματολογήσει / να επιχειρηματολογήσουμε / να επιχειρηματολογούμενα έχετε επιχειρηματολογήσει / να επιχειρηματολογήσετε / να επιχειρηματολογείτενα επιχειρηματολογήσουν / να επιχειρηματολογήσουνε / να επιχειρηματολογούν / να επιχειρηματολογούνε
Προστακτική—επιχειρηματολόγει / επιχειρηματολόγησε——επιχειρηματολογήστε / επιχειρηματολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →