Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιχειρησιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τις εμπορικές επιχειρήσεις, τη δράση και οργάνωσή τους Βικιλεξικό
    • σεμινάριο για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και την ανάπτυξη
  2. σχετικός με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις Βικιλεξικό
    • αυτή τη στιγμή είναι σε επιχειρησιακή ετοιμότητα όλα τα υποβρύχια
    • Η διακλαδική και ενδοκλαδική πολυτυπία συνεπάγεται σημαντικά επιχειρησιακά μειονεκτήματα και αυξημένα κόστη λειτουργίας και υποστήριξης. (Χρήστος Γ. Κόλλιας, Εθνική οικονομία - Eθνική άμυνα και ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, 2023, σελ. 194)

Ετυμολογία

επιχειρησιακός < επιχείρηση + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιχειρησιακόςεπιχειρησιακήεπιχειρησιακό
Γενικήεπιχειρησιακούεπιχειρησιακήςεπιχειρησιακού
Αιτιατικήεπιχειρησιακόεπιχειρησιακήεπιχειρησιακό
Κλητικήεπιχειρησιακέεπιχειρησιακήεπιχειρησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιχειρησιακοίεπιχειρησιακέςεπιχειρησιακά
Γενικήεπιχειρησιακώνεπιχειρησιακώνεπιχειρησιακών
Αιτιατικήεπιχειρησιακούςεπιχειρησιακέςεπιχειρησιακά
Κλητικήεπιχειρησιακοίεπιχειρησιακέςεπιχειρησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →