επιχρυσώνω
•
- καλύπτω κάτι με στρώση από χρυσό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιχρυσώνω < επί + χρυσός + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιχρυσώνω | επιχρυσώνεις | επιχρυσώνει | επιχρυσώνουμε | επιχρυσώνετε | επιχρυσώνουν / επιχρυσώνουνε |
| Παρατατικός | επιχρύσωνα | επιχρύσωνες | επιχρύσωνε | επιχρυσώναμε | επιχρυσώνατε | επιχρυσώναν / επιχρυσώνανε / επιχρύσωναν |
| Αόριστος | επιχρύσωσα | επιχρύσωσες | επιχρύσωσε | επιχρυσώσαμε | επιχρυσώσατε | επιχρυσώσαν / επιχρυσώσανε / επιχρύσωσαν |
| Μέλλοντας | θα επιχρυσώνω / θα επιχρυσώσω | θα επιχρυσώνεις / θα επιχρυσώσεις | θα επιχρυσώνει / θα επιχρυσώσει | θα επιχρυσώνουμε / θα επιχρυσώσουμε | θα επιχρυσώνετε / θα επιχρυσώσετε | θα επιχρυσώνουν / θα επιχρυσώνουνε / θα επιχρυσώσουν / θα επιχρυσώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιχρυσώσει | έχεις επιχρυσώσει | έχει επιχρυσώσει | έχουμε επιχρυσώσει | έχετε επιχρυσώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιχρυσώσει | είχες επιχρυσώσει | είχε επιχρυσώσει | είχαμε επιχρυσώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιχρυσώσει / να επιχρυσώνω / να επιχρυσώσω | να έχεις επιχρυσώσει / να επιχρυσώνεις / να επιχρυσώσεις | να έχει επιχρυσώσει / να επιχρυσώνει / να επιχρυσώσει | να έχουμε επιχρυσώσει / να επιχρυσώνουμε / να επιχρυσώσουμε | να έχετε επιχρυσώσει / να επιχρυσώνετε / να επιχρυσώσετε | να επιχρυσώνουν / να επιχρυσώνουνε / να επιχρυσώσουν / να επιχρυσώσουνε |
| Προστακτική | — | επιχρύσωνε / επιχρύσωσε | — | — | επιχρυσώνετε / επιχρυσώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →