Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιψήφιση

/e.piˈpsi.fi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έγκριση με ψήφο, η έγκριση ή η επικύρωση που γίνεται με ψηφοφορία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιψήφιση < επιψηφί(ζω) + -ση, Διαφορετικής σημασίας η ελληνιστική κοινή ἐπιψήφισις (ακριβής μέτρηση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιψήφισηεπιψηφίσεις
Γενικήεπιψήφισηςεπιψηφίσεων
Αιτιατικήεπιψήφισηεπιψηφίσεις
Κλητικήεπιψήφισηεπιψηφίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →