Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επονομάζω

/e.po.noˈma.zo/ρήμα
•
  1. συνήθωςδίνω σε κάποιον ή κάτι επιπλέον όνομα λόγω ορισμένης αιτίας ή ιστορικού γεγονότος Βικιλεξικό
    • Ο Ριχάρδος Γ΄ ο επονομαζόμενος Λεοντόκαρδος.

Ετυμολογία

επονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπονομάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + ονομάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπονομάζωεπονομάζειςεπονομάζειεπονομάζουμεεπονομάζετεεπονομάζουν / επονομάζουνε
Παρατατικόςεπονόμαζαεπονόμαζεςεπονόμαζεεπονομάζαμεεπονομάζατεεπονομάζαν / επονομάζανε / επονόμαζαν
Αόριστοςεπονόμασαεπονόμασεςεπονόμασεεπονομάσαμεεπονομάσατεεπονομάσαν / επονομάσανε / επονόμασαν
Μέλλονταςθα επονομάζω / θα επονομάσωθα επονομάζεις / θα επονομάσειςθα επονομάζει / θα επονομάσειθα επονομάζουμε / θα επονομάσουμεθα επονομάζετε / θα επονομάσετεθα επονομάζουν / θα επονομάζουνε / θα επονομάσουν / θα επονομάσουνε
Παρακείμενοςέχω επονομάσειέχεις επονομάσειέχει επονομάσειέχουμε επονομάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα επονομάσειείχες επονομάσειείχε επονομάσειείχαμε επονομάσει——
Υποτακτικήνα έχω επονομάσει / να επονομάζω / να επονομάσωνα έχεις επονομάσει / να επονομάζεις / να επονομάσειςνα έχει επονομάσει / να επονομάζει / να επονομάσεινα έχουμε επονομάσει / να επονομάζουμε / να επονομάσουμενα επονομάζετε / να επονομάσετενα επονομάζουν / να επονομάζουνε / να επονομάσουν / να επονομάσουνε
Προστακτική—επονόμαζε / επονόμασε——επονομάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

επονομάζομαιεπονομάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →