εποποιία
•
- η επιτέλεση συνόλου από αξιοθαύμαστα κατορθώματα, ιδίως πολεμικών πράξεων ηρωισμού· έπος Βικιλεξικό
- η εποποιία της επανάστασης του 1821
- μεταφορικάη αφήγηση επικών κατορθωμάτων, ιδίως πολεμικών επιχειρήσεων Βικιλεξικό
- σπάνιοη σύνθεση έπους, η επική ποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εποποιία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐποποιία / ἐποποιΐα (η επική ποίηση), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική épopée
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εποποιία | εποποιίες |
| Γενική | εποποιίας | εποποιιών |
| Αιτιατική | εποποιία | εποποιίες |
| Κλητική | εποποιία | εποποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →