εποπτεύω
•
- παρακολουθώ καιελέγχω, επιτηρώ Βικιλεξικό
- Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, https://www.opengov.gr/yptp/?p=2511)
- παρατηρώ και εξετάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εποπτεύω < αρχαία ελληνική ἐποπτεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εποπτεύω | εποπτεύεις | εποπτεύει | εποπτεύουμε | εποπτεύετε | εποπτεύουν / εποπτεύουνε |
| Παρατατικός | επόπτευα | επόπτευες | επόπτευε | εποπτεύαμε | εποπτεύατε | εποπτεύαν / εποπτεύανε / επόπτευαν |
| Αόριστος | επόπτευσα | επόπτευσες | επόπτευσε | εποπτεύσαμε | εποπτεύσατε | εποπτεύσαν / εποπτεύσανε / επόπτευσαν |
| Μέλλοντας | θα εποπτεύσω / θα εποπτεύω | θα εποπτεύεις / θα εποπτεύσεις | θα εποπτεύει / θα εποπτεύσει | θα εποπτεύουμε / θα εποπτεύσουμε | θα εποπτεύετε / θα εποπτεύσετε | θα εποπτεύουν / θα εποπτεύουνε / θα εποπτεύσουν / θα εποπτεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εποπτεύσει | έχεις εποπτεύσει | έχει εποπτεύσει | έχουμε εποπτεύσει | έχετε εποπτεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εποπτεύσει | είχες εποπτεύσει | είχε εποπτεύσει | είχαμε εποπτεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εποπτεύσει / να εποπτεύσω / να εποπτεύω | να έχεις εποπτεύσει / να εποπτεύεις / να εποπτεύσεις | να έχει εποπτεύσει / να εποπτεύει / να εποπτεύσει | να έχουμε εποπτεύσει / να εποπτεύουμε / να εποπτεύσουμε | να έχετε εποπτεύσει / να εποπτεύετε / να εποπτεύσετε | να εποπτεύουν / να εποπτεύουνε / να εποπτεύσουν / να εποπτεύσουνε |
| Προστακτική | — | επόπτευε / επόπτευσε | — | — | εποπτεύετε / εποπτεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →