εποπτικότητα
•
- ιδιότητα, αντίληψη, παρατήρηση των πραγμάτων με άμεση συμμετοχή των αισθήσεων, ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση και η απόκτηση γνώσης Βικιλεξικό
- ενίσχυση της διαδικασίας διδασκαλίας και μάθησης με χρήση εικόνων, αντικειμένων, πειραμάτων ή άλλων μέσων που επιτρέπουν την άμεση παρατήρηση του διδακτικού αντικειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εποπτικότητα < εποπτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εποπτικότητα | εποπτικότητες |
| Γενική | εποπτικότητας | εποπτικοτήτων |
| Αιτιατική | εποπτικότητα | εποπτικότητες |
| Κλητική | εποπτικότητα | εποπτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →