Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εποστρακίζω

/e.po.stɾaˈci.zo/ρήμα
•
  1. παίζω το παιχνίδι του εποστρακισμού Βικιλεξικό
  2. αποστρακίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εποστρακίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐποστρακίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + οστρακίζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεποστρακίζωεποστρακίζειςεποστρακίζειεποστρακίζουμεεποστρακίζετεεποστρακίζουν / εποστρακίζουνε
Παρατατικόςεποστράκιζαεποστράκιζεςεποστράκιζεεποστρακίζαμεεποστρακίζατεεποστράκιζαν / εποστρακίζαν / εποστρακίζανε
Αόριστοςεποστράκισαεποστράκισεςεποστράκισεεποστρακίσαμεεποστρακίσατεεποστράκισαν / εποστρακίσαν / εποστρακίσανε
Μέλλονταςθα εποστρακίζω / θα εποστρακίσωθα εποστρακίζεις / θα εποστρακίσειςθα εποστρακίζει / θα εποστρακίσειθα εποστρακίζουμε / θα εποστρακίσουμεθα εποστρακίζετε / θα εποστρακίσετεθα εποστρακίζουν / θα εποστρακίζουνε / θα εποστρακίσουν / θα εποστρακίσουνε
Παρακείμενοςέχω εποστρακίσειέχεις εποστρακίσειέχει εποστρακίσειέχουμε εποστρακίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εποστρακίσειείχες εποστρακίσειείχε εποστρακίσει———
Υποτακτικήνα έχω εποστρακίσει / να εποστρακίζω / να εποστρακίσωνα έχεις εποστρακίσει / να εποστρακίζεις / να εποστρακίσειςνα έχει εποστρακίσει / να εποστρακίζει / να εποστρακίσεινα έχουμε εποστρακίσει / να εποστρακίζουμε / να εποστρακίσουμενα εποστρακίζετε / να εποστρακίσετενα εποστρακίζουν / να εποστρακίζουνε / να εποστρακίσουν / να εποστρακίσουνε
Προστακτική—εποστράκιζε / εποστράκισε——εποστρακίζετε / εποστρακίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εποστρακίστηκαεποστρακίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →