Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επουσιώδης

/e.pu.siˈo.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν αναφέρεται στην ουσία ενός ζητήματος, δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικός αλλά μάλλον δευτερεύων Βικιλεξικό
    • Η συζήτηση αναλώθηκε σε επουσιώδεις λεπτομέρειες.
    • Κάνει μεγάλα στοχαστικά άλματα και επισκιάζει την ουσία ενώ φωτίζει τα επουσιώδη.

Ετυμολογία

επουσιώδης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπουσιώδης.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπουσιώδηςεπουσιώδηςεπουσιώδες
Γενικήεπουσιώδουςεπουσιώδουςεπουσιώδους
Αιτιατικήεπουσιώδηεπουσιώδηεπουσιώδες
Κλητικήεπουσιώδη / επουσιώδηςεπουσιώδηςεπουσιώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπουσιώδειςεπουσιώδειςεπουσιώδη
Γενικήεπουσιωδώνεπουσιωδώνεπουσιωδών
Αιτιατικήεπουσιώδειςεπουσιώδειςεπουσιώδη
Κλητικήεπουσιώδειςεπουσιώδειςεπουσιώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →