Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εποφθαλμιώ

ρήμα
•
  1. κοιτώ κάτι με την κρυφή επιθυμία να το αποκτήσω, επιθυμώ να κάνω κάτι δικό μου που ανήκει σε άλλον, βάζω στο μάτι κάτι (π.χ. "έβαλε στο μάτι την περιουσία του") Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εποφθαλμιώ < (ελληνιστική κοινή) - ἐποφθαλμιῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεποφθαλμιώεποφθαλμιάςεποφθαλμιάεποφθαλμιούμεεποφθαλμιάτεεποφθαλμιούν
Παρατατικόςεποφθαλμιούσαεποφθαλμιούσεςεποφθαλμιούσεεποφθαλμιούσαμεεποφθαλμιούσατεεποφθαλμιούσαν
Μέλλονταςθα εποφθαλμιώθα εποφθαλμιάςθα εποφθαλμιάθα εποφθαλμιούμεθα εποφθαλμιάτεθα εποφθαλμιούν
Υποτακτικήνα εποφθαλμιώνα εποφθαλμιάςνα εποφθαλμιάνα εποφθαλμιούμενα εποφθαλμιάτενα εποφθαλμιούν
Προστακτική—εποφθαλμία——εποφθαλμιάτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →