εποχιακά
•
- με εποχιακό τρόπο, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εποχιακά < εποχιακ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εποχιακά < εποχιακ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →