εποχικότητα
•
- το να είναι κάποιος εποχικός, η ιδιότητα του εποχικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εποχικότητα < εποχικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εποχικότητα | εποχικότητες |
| Γενική | εποχικότητας | εποχικοτήτων |
| Αιτιατική | εποχικότητα | εποχικότητες |
| Κλητική | εποχικότητα | εποχικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →