επούλωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επουλώνω Βικιλεξικό
- Η ηλεκτροδιέγερση χρησιμοποιείται για μία ποικιλία κλινικών εφαρμογών, όπως η επούλωση χρόνιων ελκών και καταγμάτων καθώς και η διαχείριση του πόνου.
Ετυμολογία
επούλωση < αρχαία ελληνική ἐπούλωσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επούλωση | επουλώσεις |
| Γενική | επούλωσης | επουλώσεων |
| Αιτιατική | επούλωση | επουλώσεις |
| Κλητική | επούλωση | επουλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →